Κατά Λουκά Άγιο Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο ΙΔ'(14) 12-15
῎Ελεγε δὲ καὶ τῷ κεκληκότι αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς φίλους σου μηδὲ τοὺς ἀδελφούς σου μηδὲ τοὺς συγγενεῖς σου μηδὲ γείτονας πλουσίους, μήποτε καὶ αὐτοί σε ἀντικαλέσωσι, καὶ γενήσεταί σοι ἀνταπόδομα.
ἀλλ᾿ ὅταν ποιῇς δοχήν, κάλει πτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς, τυφλούς,
καὶ μακάριος ἔσῃ, ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι· ἀνταποδοθήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων.
᾿Ακούσας δέ τις τῶν συνανακειμένων ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄριστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.
Νεοελληνική Απόδοση
Έλεγε ακόμα και σ’ αυτόν που τον είχε καλέσει: «Όταν κάνεις γεύμα ή δείπνο, μη φωνάζεις τους φίλους σου μήτε τους αδελφούς σου μήτε τους συγγενείς σου μήτε πλούσιους γείτονες, μην τυχόν και αυτοί σε καλέσουν αντίστοιχα και σου γίνει ανταπόδοση.
Αλλά όταν κάνεις υποδοχή, να καλείς φτωχούς, ανάπηρους, χωλούς, τυφλούς.
Και θα είσαι μακάριος, επειδή δεν έχουν να σου ανταποδώσουν, γιατί θα σου ανταποδοθεί κατά την ανάσταση των δικαίων».
